Ἡ ἀσκητικὴ φύση τοῦ Βυζαντίου
Ἐκχριστιανισμὸς τοῦ Ρωμαϊκοῦ νόμου
Τὸ βυζαντινὸ Κοινόν
Τὸ Θεολογικὸ ἐνδιαφέρον
ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ ἔλεγε ὅτι
προηγεῖται νὰ ἔχω ρομπὸτ (ἢ δούλους) γιὰ νὰ εἶμαι ἐλεύθερος.[7]
Ὅμως ἡ ἐλευθερία ἐξ ὁρισμοῦ δὲν ὑπάγεται σὲ βιολογικὲς ἢ ὅποιες ἀνάγκες, εἴτε
γιὰ νὰ ὑπάρχει εἴτε γιὰ νὰ ὑποχωρεῖ, καὶ ἄρα οὔτε εἶναι κάτι ποὺ παράγεται.
Πρῶτα ἔχω τὸν Λόγο, καὶ μετὰ ἡ βιο‑μηχανία ἀποφασίζεται ἀπὸ τὸν Λόγο, σύμφωνα μὲ
τὰ δικά Του μέτρα.
Ἂν ἀφήσω νὰ πεθάνει ἀπὸ τὴν πεῖνα ἔστω ἕνας ἄνθρωπος, ἀκόμη κι ἂν μὲ τὸ κεφάλαιο ποὺ ἐξοικονόμησα καὶ τὶς ἐπενδύσεις, ἐφευρέσεις, κλπ, τὶς ὁποῖες κατόρθωσα, συμβεῖ ἀργότερα νὰ πλουτίσει ὁ βίος ἑνὸς ἑκατομμυρίου ἀνθρώπων ἢ καὶ παγκοσμίως, δὲν ἔχω προσφέρει τίποτα – ἀντιθέτως. Γιατὶ μὲ ὅ,τι δώσω σὲ ὅσους ‘μυήθηκαν’ στὴ λογικὴ αὐτή —ἀνακαλύψεις, πλοῦτο, τεχνική, ἐπιστήμη, ὁτιδήποτε—, θὰ τοὺς ἔχω δώσει μαζὶ καὶ τὴ σκληρότητα μὲ τὴν ὁποία ἐγκατέλειψα ἔστω Ἕναν. Δὲν ὑπάρχει λοιπὸν πολιτισμὸς ἀναμάρτητος. Σκεπτόμαστε πάντα μεγαλύτερες ἢ μικρότερες διαφορὲς βαθμοῦ.
“Οἱ Ἕλληνες ἔπαθαν σὸκ ὅταν διεπίστωσαν, μὲ τὴν κατάκτησή τους ἀπὸ τοὺς Φράγκους, ὅτι ἡ πατρικὴ περιουσία μεταβιβαζόταν μόνο στὸν πρωτότοκο. Ὁ Ἕλληνας πατέρας δὲν μποροῦσε ν' ἀφήσει ἄκληρα παιδιά, κι ἂς ἔβλεπε πὼς ἔτσι, ἡ περιουσία κατατεμαχιζόταν σὲ μικροὺς καὶ ἄρα χαμηλῆς ἀποδόσεως κλήρους”.[8]
Ἕνα βιβλίο ἀσκητικὸ καὶ νηπτικό, ἡ Κλῖμαξ τοῦ ἅγιου Ἰωάννη τοῦ Σιναΐτη, “ἦταν τὸ προσφιλέστερο ἀνάγνωσμα τῶν Βυζαντινῶν μοναχῶν ἀλλὰ καὶ τῶν λαϊκῶν. Λίγα βιβλία διαβάστηκαν περισσότερο ἀπὸ αὐτό. Πλῆθος εἶναι τὰ χειρόγραφα ποὺ μᾶς σώζονται. Οἱ πολλὲς ἔπειτα μεταφράσεις του στὴ Συριακή, τὴ Λατινική, τὴν Ἱσπανική, τὴ Γαλλικὴ καὶ τὶς Σλαβικὲς γλῶσσες μαρτυροῦν τὴν ἐξάπλωση καὶ τὴν ἀκτινοβολία του στὸ ἐξωτερικό”.[9]