url : http://www.ellopos.gr/greeks/default.asp
Ἡ σπουδαιότητα τῶν Κλασικῶν (ἀποσπάσματα)
ΔΕΝ ΧΡΕΙΑΖΕΤΑΙ νὰ παίζω τὸν Πλάτωνα στὰ δάχτυλα γιὰ νὰ πιστεύω στὸν Θεό, ὅμως δὲν πιστεύω περισσότερο ἢ καλύτερα ἐπειδή ἀγνοῶ τὸν Πλάτωνα. Ὁ Χριστὸς δὲν εἶχε σπουδάσει, ἀλλὰ δὲν παρέμεινε κοινὸς ξυλουργός, οὔτε ‘κλείστηκε’ στὴν πλησμονὴ τῆς θείας γνώσης, οὔτε ἀπέκτησε διὰ μαγείας τὴν ἀνθρώπινη, ἀλλὰ σκέφτηκε ὅσα ἤθελε νὰ σκεφτεῖ, διαβάζοντας δημιουργικὰ τὴν ὑψηλότερη σκέψη ποὺ ἤδη ἐπηρέαζε τὸν χῶρο μέσα στὸν ὁποῖο ἐπρόκειτο νὰ δράσει —βιβλίον κατεδέξω προφητικὸν ἀναγνῶναι Χριστὲ ὁ Θεός, συνεχῶς θυμίζει ἡ Λειτουργία—, ὥστε πρόκοβε σὲ γνώση,[18] τόσο ποὺ οἱ Γραμματεῖς, οἱ ἐπαγγελματίες ἑρμηνευτὲς τῆς ἑβραϊκῆς παράδοσης, ὁδηγήθηκαν σὲ ἀπορία.[19] Ἄλλωστε καὶ ἡ πατερικὴ γραμματεία τῶν φιλοσοφικῶν ἀξιώσεων ἑνὸς Μάξιμου Ὁμολογητῆ ἢ ἑνὸς Γρηγόριου Νύσσης, δὲν γράφηκε γιὰ νὰ ὑποδαυλίζει τὴν θανάσιμη πλήξη τῶν φοιτητῶν: εἶναι κείμενα τῆς Ἐκκλησίας γιὰ τὴν Ἐκκλησία, στὸν βαθμὸ ποὺ καθένας προσωπικὰ τὰ χρειάζεται, τὰ ἀναζητεῖ καὶ τὰ διαβάζει. Χαρακτηριστικὰ στὸ περίφημο ἀπολυτίκιο τῆς Πεντηκοστῆς,[20] ὁ Θεὸς δὲν ὑμνεῖται ἐπειδὴ ἄφησε κοινοὺς ψαράδες τοὺς Μαθητές, ἀλλὰ ἐπειδὴ δέν τοὺς ἄφησε.[21] Τὸν καιρὸ ποὺ οἱ Μαθητὲς ἦταν κοινοὶ ψαράδες ἔκαναν ἀκόμα καὶ τὸν Χριστὸ νὰ ἀγανακτεῖ: “ἔφεραν τὰ παιδιά τους νὰ τὰ ἀγγίξει, καὶ οἱ Μαθητὲς τοὺς ἐπέπληξαν. Ὁ Ἰησοῦς τοὺς εἶδε καὶ ἀγανάκτησε καὶ τοὺς εἶπε, ‘Ἀφῆστε τὰ παιδιὰ νὰ ἔρχονται σὲ μένα, μή τὰ ἐμποδίζετε...’”[22]
[18] Λουκ. 2.40.
[19] Ἰω. 7.15.
[20] Εὐλογητὸς εἶ Χριστὲ ὁ Θεὸς ἡμῶν, ὁ πανσόφους τοὺς ἁλιεῖς ἀναδείξας, καταπέμψας αὐτοῖς τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιον καὶ δι’ αὐτῶν τὴν οἰκουμένην σαγηνεύσας...
[21] Τὴν δωρεὰ σοφίας κακῶς ἑρμηνεύουν μερικοὶ ὡς αἰφνίδια: ἂν ἀκόμα καὶ ὁ Χριστὸς διάβασε, σκέφτηκε, συζήτησε, γιατί ἡ δωρεὰ τοῦ Πνεύματος στοὺς Μαθητὲς ἐπῆλθε σὰν μαγικὴ ‘ἔνεση’; Ἂν ὅμως χρειάστηκε νὰ σκεφτοῦν, σὲ τί συνίσταται ἡ δωρεά; Ὅπως θυμίζει ὁ Γρηγόριος ὁ Θεολόγος (Εἰς τὸν ἐξισωτὴν Ἰουλιανόν, λόγος 19, PG 35.1053· πρβλ. Ἰω. 6.27), ἀκόμα καὶ “τὸ ὅτι ὑπάρχουμε, μᾶς ἔχει δοθεῖ ἀπὸ τὸν Θεό, [ἡ προϋπόθεση καὶ δυνατότητα κάθε πράξης ἢ ἀπραξίας εἶναι θεία δωρεά,] καὶ ἀκόμη τὸ νὰ γνωρίζουμε τὸν Θεό, καὶ τὸ ἴδιο τὸ νὰ ἔχουμε κάτι νὰ συνεισφέρουμε...”, δηλαδὴ τὰ πάντα. Ἑπομένως καὶ ἡ ἱκανότητα νὰ διαβάζουμε καὶ νὰ καταλαβαίνουμε τί διαβάζουμε, νὰ μποροῦμε νὰ κρίνουμε, νὰ συγκρίνουμε, νὰ σκεφτόμαστε, δὲν εἶναι δικό μας κατόρθωμα, ἀλλὰ θεία δωρεά. Χρειάζεται ὑπερβολὴ ἀχαριστίας γιὰ νὰ συμβεῖ ταύτιση τῆς θείας δωρεᾶς μὲ τὴν μαγεία, δηλαδὴ χρειάζεται κανεὶς νὰ ζεῖ τὴν ἴδια τὴν πιὸ καθημερινὴ ἀνθρώπινη φύση σὰν νὰ μήν ἦταν δῶρο καὶ εὐλογία, ἀλλὰ κάτι τὸ αὐτονόητο καὶ συνηθισμένο, ἀσήμαντο ἐπίσης.
[22] Μάρκ. 10.13-15.
Προηγούμενη - Ἑπόμενη Ἑνότητα >>