ΤΟ ΒΙΟ-ΜΗΧΑΝΙΚΟ ΠΡΟΤΑΓΜΑ
ΑΓΝΟΩΝΤΑΣ πρὸς τὸ παρὸν ὅτι ὁ Θεὸς πέθανε καὶ οὔτε κἂν ὑπῆρξε, ἡ ‘ἐπιστήμη’ κατόρθωσε νὰ ἀποδείξει ὅτι “ἡ Αὐτοκρατορία τοῦ Παραδείσου… βρίσκεται σὲ ἀπόσταση 1.799.955.500 μιλίων ἀπὸ ἐμᾶς”, ἐνῶ “ἡ Κόλαση βρίσκεται σὲ ἀπόσταση 3.758 ¼ μιλίων ἀπὸ ἐμᾶς” καὶ “ἔχει εὖρος 2.505 ½ μιλίων”![85] Ὁ ἴδιος ὁ Νεύτων, ἀπὸ τοὺς κύριους θεμελιωτὲς τῆς νεώτερης ‘ἐπιστημονικῆς’ μεθόδου, “δὲν ἔγραψε μόνο τὰ Principia ἀλλὰ καὶ μιὰ πραγματεία περὶ τῆς τοπογραφίας τῆς Κολάσεως”.[86]
Ἡ περίοδος αὐτή, “ὅταν ἡ γνώση τῆς φύσης καὶ ἡ μεταφυσικὴ πίστεψαν πὼς ηὗραν ἕνα κοινὸ θεμέλιο”,[87] ἦταν ἐπίσης ἡ περίοδος ὅπου ἄρχιζαν νὰ σταθεροποιοῦνται τὰ ‘ἀντικειμενικὰ’ κριτήρια τῆς ‘ἐπιστημονικῆς’ γνώσης, ἡ αὐθεντία τῶν ὁποίων ἐπρόκειτο νὰ ἀντικαταστήσει τὶς ἐπιστημοθρησκευτικὲς κακοτεχνίες, ὅπως ἐκεῖνες τῆς τοπογράφησης τῆς κολάσεως, καὶ ἀκόμη νὰ ἀντικαταστήσει κάποιες αὐθεντίες ποὺ εἶχαν προηγουμένως δημιουργηθεῖ (ὡς αὐθεντίες) καὶ ἀπομείνει ἀπὸ τὸ παρελθόν, τὴν παράδοση ἐκείνη τοῦ δυτικοῦ Μεσαίωνα, ἡ ὁποία “μετέτρεψε τὶς ἀριστοτελικὲς θεωρίες σὲ ἕνα αὐταρχικὸ καὶ ὁριστικό, ἀνεπίδεκτο ἀμφισβήτησης δόγμα, ποὺ σὺν τῷ χρόνῳ εἶχε περιβληθεῖ τὸ κύρος τῆς Ἁγίας Γραφῆς, εἶχε γίνει μία οἱονεὶ κιβωτὸς τῆς ἀποκεκαλυμμένης γνώσεως”,[88] ὥστε οἱ ἴδιοι οἱ ‘ἐπιστήμονες’ δὲν τολμοῦσαν νὰ ἀμφισβητήσουν τὸν Ἀριστοτέλη, προτοῦ δώσει τὴν ἄδεια ὁ πάπας καταδικάζοντάς τον. Ἡ λογοκρισία τοῦ ‘φιλοσόφου’ ὑπῆρξε σύντομη, ὁ παπισμὸς συνέχισε νὰ οἰκοδομεῖται στὸν ἴδιο ἀριστοτελισμὸ ποὺ κάποια στιγμὴ φοβήθηκε, ἀλλὰ τὸ σύνθημα γιὰ ἀπεξάρτηση τῆς ‘ἐπιστήμης’ εἶχε δοθεῖ, καὶ ὅλα ὁδηγοῦσαν στὴν ἐπανάσταση τοῦ 17ου αἰῶνα.
“Σὲ πολλὰ κείμενα τοῦ 17ου αἰῶνα συναντᾶ κανεὶς τὴ διαπίστωση ὅτι ἀφοῦ οἱ ἀρχαῖοι δὲν γνώριζαν τὸν κόσμο στὸν ὁποῖο ζοῦσαν, δὲν μποροῦν νὰ θεωρηθοῦν ὡς ἡ πηγὴ κάθε γνώσης.[[89]] Ἡ τυφλὴ καὶ ἀπόλυτη πίστη στὰ δόγματα τῆς ἀρχαιότητας [=ἡ ἀντίληψη τῆς φιλοσοφίας ὡς παραγωγῆς δογμάτων] ποὺ ἐπεκράτησε στὴ διάρκεια τοῦ [δυτικοῦ] Μεσαίωνα ἔμπαινε πλέον σὲ μιὰ περίοδο κρίσης [=χρειάζονταν τώρα συνεχῶς περισσότερα ἀλλὰ καὶ συνεχῶς ‘ἀποδεδειγμένα’ δόγματα]. Ἀντὶ νὰ ἐξακολουθήσουν νὰ προσβλέπουν μὲ νοσταλγία πρὸς τὸ [ἀρχαῖο ἑλληνικὸ] παρελθὸν καὶ νὰ τὸ θεωροῦν σὰν μιὰ χαμένη χρυσὴ ἐποχή, ποὺ αὐτοὶ ποτὲ δὲν θὰ μποροῦσαν νὰ δημιουργήσουν,[[90]] ὁλοένα καὶ περισσότεροι Εὐρωπαῖοι ἄρχισαν νὰ ἀτενίζουν τὸ μέλλον μὲ αἰσιοδοξία, κάνοντας ὄνειρα γιὰ [παροξυσμὸ αὐτοδικαίωσης καὶ βιο‑μηχανίας, τὸν ὁποῖο ἀποκαλοῦσαν] πρόοδο καὶ καινοτομίες”.[91]