ΤΟ ΒΙΟ-ΜΗΧΑΝΙΚΟ ΠΡΟΤΑΓΜΑ
ΟΤΑΝ ὁ λατινικὸς ἀριστοτελισμὸς συναντοῦσε τὸν Πλάτωνα —ναί μὲν χάρη στὸ Βυζάντιο,[45] ὅμως ὄχι μέσα στὴν ὅλη πνευματικότητα τοῦ Βυζαντίου[46]— ὅ,τι κυρίως καταλάβαινε, ἦταν τὴν “ἔμφαση κάποιου μαθηματικοῦ τρόπου τοῦ σκέπτεσθαι, ποὺ πήγαζε ἀπὸ ὁρισμένα πυθαγορικὰ ὑλικὰ ἐνσωματωμένα στὸν Πλάτωνα.
“Αὐτὴ ἡ μαθηματικὴ ἔμφαση, σὲ ἀντίθεση μὲ τὴν δυτικὴ μεσαιωνικὴ προσκόλληση στὴν ἀριστοτελικὴ λογική, εἶναι ἐκείνη ποὺ σύμφωνα μὲ τὴ θεωρία αὐτὴ (ὁρισμένων ἐρευνητῶν) ἔστρωσε τὸν δρόμο γιὰ τὴν γέννηση τῆς σύγχρονης δυτικῆς ἐπιστήμης”.[47]
Ἡ θεωρία γιὰ τὴ μαθηματικὴ πλατωνικὴ ἐπίδραση δὲν ἀναιρεῖ οὔτε ἀναιρεῖται ἀπὸ τὴ θεωρία ὅτι ὁ ἴδιος ὁ ἀριστοτελισμὸς εὐθύνεται γιὰ τὴν ἀνάπτυξη τῆς σύγχρονης ‘ἐπιστήμης’, καὶ σὲ κάθε περίπτωση, δὲν σφάλλουν ὅσοι διαπιστώνουν συνέχεια ἀνάμεσα στὴ μεσαιωνικὴ καὶ τὴν πρώιμη σύγχρονη ‘ἐπιστήμη’.[48] Διαφορὲς βαθμοῦ ὑπάρχουν, ὅλα χρησιμοποιήθηκαν ἀπὸ τὸ ἴδιο πρόταγμα τῆς “ἀριστοτελικῆς κατὰ βάσιν, πάντοτε φιλοσοφίας μας [στὴ Δύση]”,[49] καὶ στὴν καρδιὰ ὅλων, ἀντὶ γιὰ καρδιά, ἡ φασίζουσα/δουλεύουσα μηχανολογικὴ διαφθορὰ τῆς πίστης.
Ὅ,τι δὲν ὑπάγεται στὸ εἴδωλο τῆς δυτικῆς ‘ἐπιστήμης’, δὲν μπορεῖ παρὰ νὰ αὐθαιρετεῖ: τὸ ἀληθινὸ ἰσοῦται μὲ τὸ ἀναγκαῖο, μετρήσιμο καὶ ἀποδείξιμο, ὁπότε οἱ ἴδιες οἱ κοινωνίες, στὸν βαθμὸ ποὺ δὲν ἀφομοιώνονται στὰ ‘ἐπιστημονικὰ’ πρότυπα, ἀρχίζουν νὰ ἐξαφανίζονται ἀπὸ τὴν ὅραση: “ἀπὸ τὴ μιὰ πλευρὰ ἔχουμε τὴ ‘φύση’ ὡς ἀλληλουχία γεγονότων ὑπείκουσα σὲ αἰώνιους νόμους, ἀπὸ τὴν ἄλλη τοὺς ἀνθρώπους καὶ τὸν κοινωνικό τους κόσμο, ἕνα κόσμο ἀφύσικο, αὐθαίρετο, ἔκνομο”.[50]