ΤΟ ΒΙΟ-ΜΗΧΑΝΙΚΟ ΠΡΟΤΑΓΜΑ
ΕΝΑΣ ‘ΚΟΣΜΟΣ’ ποὺ κατέληγε νὰ ψήνει τοὺς ἀνθρώπους καὶ νὰ παράγει ἀντικείμενα ἀπὸ λιωμένη σάρκα —δηλαδὴ οὔτε κἂν ἐπειδὴ οἱ ἄλλοι ἔχουν μιὰ διαφορετικὴ ἰδεολογία, θρησκεία, μαγεία, αἵρεση, κλπ., οὔτε κἂν ἐπειδὴ ἐμπόδιζαν ὁποιαδήποτε ‘συμφέροντα’, ἀλλὰ φθάνοντας τὴν παπικὴ ἀκοινωνησία στὰ ὅριά της— ἐπειδὴ ἡ μαστίγωση καὶ ὁ εὐτελισμὸς τῆς ἴδιας τῆς ὕπαρξης ἔπρεπε νὰ θεωρηθεῖ ἀρετή, δηλαδὴ ὁ ‘κόσμος’ τοῦ δυτικοευρωπαϊκοῦ (καὶ ὄχι μόνο ναζιστικοῦ) μηδενισμοῦ, ἔγινε κάτι “ποὺ ὁ θυμὸς δὲν μπορεῖ νὰ ἐκδικηθεῖ, ποὺ ἡ ἀγάπη δὲν μπορεῖ νὰ ὑποφέρει, οὔτε ἡ φιλία νὰ συγχωρέσει”.[1]
“Στὰ μάτια μου αὐτὴ ἡ μεταμόρφωση ὑπῆρξε πάντα ἡ ἔξοχη ἀνταπόδοση μιᾶς πλέριας εὐτυχίας ποὺ ἀπὸ καιρὸ περίμενα. Ἐπιτέλους, εἶχε ἔρθει ἡ μέρα ποὺ ἔγινα γουρούνι! Δοκίμαζα τὰ δόντια μου στοὺς φλοιοὺς τῶν δέντρων καὶ ἀπολάμβανα καμαρώνοντας τὸ ρῦγχος μου. Τὸ ἐλάχιστο δὲν εἶχε ἀπομείνει ἀπὸ τὴ θεία φύση: ἤξερα νὰ ἀνυψώνω τὴν ψυχή μου στὸ ἀπώγειο αὐτῆς τῆς ἀνείπωτης ἀπόλαυσης… Ὅταν ἤθελα νὰ σκοτώσω, σκότωνα. Κι αὐτὸ μοῦ συνέβηκε συχνὰ χωρὶς κανεὶς νὰ μ' ἐμποδίσει… Κι ὅσο γιὰ τὴ συνείδησή μου, αὐτὴ δὲν εἶχε τίποτα νὰ μοῦ μεμφθεῖ… Τὰ ζωντανὰ τῆς γῆς φεύγαν μακρυά μου, κι ἔμενα μόνος μέσα στὸ ἐκθαμβωτικό μου μεγαλεῖο…”[2]
Ἢ ὅπως τὸ διατυπώνει ὁ Χίμλερ στοὺς συνεργάτες του,
“Οἱ περισσότεροι ἀπὸ σᾶς ξέρουν τί πάει νὰ πεῖ ἑκατὸ ἢ πεντακόσια ἢ χίλια πτώματα ἀραδιασμένα. Τὸ νὰ ἔχουμε δεῖ αὐτὸ τὸ πρᾶγμα καὶ νὰ ἔχουμε παραμείνει ἄψογοι —μ' ἐξαίρεση μερικὲς ἀνθρώπινες ἀδυναμίες— εἶναι ἀκριβῶς ἐκεῖνο τὸ κάτι ποὺ μᾶς ἔχει σφυρηλατήσει μιὰ ἀτσάλινη ψυχή”.[3]