ΤΟ ΒΙΟ-ΜΗΧΑΝΙΚΟ ΠΡΟΤΑΓΜΑ
“Μὴ σᾶς αἰχμαλωτίσει ὁ ἄρχοντας αὐτοῦ τοῦ κόσμου, καὶ σᾶς κάνει νὰ ζεῖτε ἀπὸ τὸ προκείμενο”, συμβούλευε ὁ ἅγιος Ἰγνάτιος ὁ Θεοφόρος.[130] Μὲ τὸν ἱστορικισμὸ ὁ θεῖος Λόγος καταντάει ὑπο‑λογισμός, δουλεύοντας στὴν αὐθαιρεσία τοῦ ἀκοινώνητου ἀνθρώπου, ὥστε τὸ πεπερασμένο ἐπενδύεται μὲ ἀπόλυτο κῦρος, ἀπομακρύνοντας κάθε δυνατότητα ἀπελευθέρωσης. Τὸ μέγεθος τῆς ἀπελπισίας δηλώνει τὸ μέγεθος τῆς διαφθορᾶς ποὺ προηγήθηκε, τῆς κάθειρξης στὸν ἑαυτὸ καὶ τὴν ἱστορία, ὁπότε ἡ ἴδια ἡ ἱστορία διαβάλλεται, σιγὰ σιγὰ τὰ ὄντα γίνονται φαντάσματα, ἡ γέννηση κατάρα, ὁ θάνατος ἄδειος.
“Φαίνεται εὐτυχῶς, ὅτι αὐτὴ ἡ ζωὴ εἶναι ἡ μοναδική, ἀφοῦ δὲν μποροῦμε νὰ φανταστοῦμε μιὰ ἄλλη περισσότερο ἀνιαρή”.[131]
Καὶ τότε ἀντὶ γιὰ ἡσυχία ὑπάρχει (στὴν καλὴ περίπτωση) ἐλεγχόμενη ἀπόγνωση.
“Μή κουράζεστε! Εἶναι παράλογο! Ἡ ὑγεία καὶ ἡ ζωὴ δὲν εἶναι τάχα πιὸ πολύτιμες ἀπ' τὶς βρωμιὲς τοῦ κόσμου; Ζῆστε ἥσυχα… Καὶ ποιός διάβολος ξέρει ποῦ θὰ μᾶς ὁδηγήσει ἡ τύχη μας;”[132]
Ποῦ ἀλλοῦ, παρὰ πιὸ βαθειὰ στὴν ἐρημιὰ καὶ τὴν τρέλα… “Ὅταν χάνεις τὸ χρῆμα σου, εἶναι σὰν νὰ χάνεις τὸν καιρό σου”, ἔγραφε ὁ Ρεμπὼ στοὺς δικούς του.[133]
“Δουλεύω σὰν γαϊδούρι σὲ μιὰ χώρα γιὰ τὴν ὁποία νοιώθω ἀπίστευτη ἀηδία… Ἐλπίζω αὐτὴ ἡ ζωὴ ἐδῶ νὰ τελειώσει κάποτε, προτοῦ ἀποβλακωθῶ τελείως… Πάνω ἀπ' ὅλα, καλὴ ὑγεία...”[134]